Οπτικοακουστικό υλικό από την εκδήλωση “Έξι χρόνια χωρίς το Μιχάλη Παπαγιαννάκη”

Οι ομιλίες της εκδήλωσης

Ο πραγματικός Μιχάλης Παπαγιαννάκης

Νομίζω πως όσο απαιτητικός ήταν ο ίδιος από τον εαυτό του, τόσο απαιτητικό και δύσκολο είναι να αναλυθεί το φαινόμενο Παπαγιαννάκης, μια τόσο σύνθετη προσωπικότητα, έναν πολυτάλαντο άνθρωπο, που δεν ήταν προβλέψιμος, δημαγωγός, αναλώσιμος, χειραγωγούμενος. Που παρήγαγε ιδέες πρωτογενείς ακόμα και την ώρα που συζητούσε. Που δεν στρογγύλευε απόψεις, που δεν είχε μια ιδιοτελή σκοπιμότητα στη διατύπωση των απόψεών του και δεν έκρυβε παγίδες σε αυτά που έλεγε.

Όχι στη μονοδιάστατη σκέψη

Σε επιστολή του στην Πανσπουδαστική (11/1961), αναφέρεται σε μια διάλεξη του διάσημου ελληνιστή Τζωρτζ Τόμσον για τον Αισχύλο, εκδήλωση που διοργάνωσε ο Σύλλογος των Φοιτητών της Φιλοσοφικής και γράφει πως: “Εμείς φαίνεται να αρκούμαστε στις θαυμαστές καθόλα επιτεύξεις των προγόνων μας [...] και επαναπαυόμαστε μακάριοι σ’ αυτές πιστεύοντας σαν γνήσιοι αριστοκράτες στην αξία του γαλάζιου αίματός μας”, την ίδια ώρα “που οι ευρωπαϊκές κυψέλες αναδεικνύουν κάθε τόσο εκπλήξεις στην Τέχνη και κορυφές στην Επιστήμη”.

Στο επόμενο τεύχος της Πανσπουδαστικής, 12/1961, εμφανίζεται ως μεταφραστής, από τα γαλλικά, ενός κειμένου για τον Πικάσο, στα 80 χρόνια από τη γέννησή του.

Όπως αναφέρει ο Γιώργος Ζεβελάκης που εντόπισε το κείμενο αυτό, “πρόκειται για ένα δισέλιδο άρθρο του μαρξιστή κριτικού Conrad Farner με τα διάφορα στάδια της καλλιτεχνικής πορείας του μεγάλου ζωγράφου. Τη μετάφραση είχε κάνει ο εικοσαετής τότε Μιχάλης Παπαγιαννάκης. Η αρτιότητα του κειμένου έδειχνε την άνεσή του, από τόσο νεαρή ηλικία, στη γαλλική γλώσσα (σσ. ως γνωστόν μιλούσε 5 γλώσσες) αλλά και την ευρηματικότητά του στη μεταφορά δυσνόητων εικαστικών όρων στην ελληνική”.

Στο αμέσως επόμενο τεύχος της Πανσπουδαστικής (1/1962), άλλη επιστολή του “Για την πνευματική ευθύνη” των διανοουμένων, τα “ελεύθερα” αλλά και τα “στρατευμένα” πνεύματα, ορισμένα εκ των οποίων “ο ένας ανησυχεί για την ταχύτητα των κρατικών αυτοκινήτων”, “ο άλλος για εκστασιάζεται μπρος στις ανθισμένες αμυγδαλιές … “ο άλλος τέλος αισιοδοξεί αθεράπευτα” (αυτό φαίνεται πως είναι ευθεία βολή για κάποιους αριστερούς διανοούμενους, αυτό που ο Άγγελος Τερζάκης είχε αποκαλέσει “διατεταγμένη αισιοδοξία”). Και όπως πάντα από τότε στη ζωή του, ευθύς και συγκεκριμένος: “Είναι οι άνθρωποι που δεν βρήκαν τίποτε να κάνουν όταν η πρεσβεία μας προέβαινε σε διάβημα να μην πάρει ο Σικελιανός το Νόμπελ. Οι ίδιοι που σώπασαν για το διωγμό του Καζαντζάκη. Οι ίδιοι που έκλεισαν τα μάτια όταν ο Άγις Θέρος πήγαινε στο τμήμα να δηλώσει τις ιδέες του. Οι ίδιοι που αγνόησαν την σύλληψη του Παπαμαύρου για τη Νέα Παιδαγωγική του, την απαγόρευση του Θεοδωράκη απ’ την ΕΙΡ…” “Πιστέψτε με δεν είμαι “ωργισμένος νέος”. Απλώς διαβάζω. Τα ονόματα του Πάουλινγκ και του Ντυμπουά στις ΗΠΑ, του Σαρτρ και των 120 στη Γαλλία, του Ράσσελ, του Όσμπορν, του Μπέρναλ, του αιδεσιμότατου Κόλλινς και άλλων στην Αγγλία μας δείχνουν ότι όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι δεν είναι το ίδιο “πνευματικοί” σ’ όλες τις χώρες.

Αυτά τα έγραφε την εποχή που ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και ενεργός στο φοιτητικό κίνημα, όπου πρωταγωνιστούσε.

Με αυτή την αξιόλογη εξάρτυση, τα πολλά εφόδια δηλαδή, από το ξεκίνημά του έδειχνε ποιος θα γινότανε. Και έγινε! Δεν δικαίωσε τη γνωστή ρήση “Αχ, πού ΄σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!”, έγινε αυτός που έδειχνε από τη νιότη του.

Η πολιτική του συγκρότηση αναδείκνυε τρία βασικά χαρακτηριστικά, τη αξία της δημοκρατίας και τη σχέση της με την αριστερά, τον ευρωπαϊσμό και την οικολογία.

Προσεγγίζει την πολιτική οικολογία ως ώριμος πολιτικά. Η ευρωπαϊκή και δημοκρατική/αριστερή του συγκρότηση προηγείται της οικολογικής.

Για τον ευρωπαϊσμό

Η σημασία της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της σύγχρονης αριστεράς ως στοιχείο της ταυτότητάς της, υπήρξε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του ύπαρξης. Δεν αντιμετώπιζε την Ευρώπη ως μια πηγή δεινών απέναντι στην οποία η αριστερά οργανώνει απλώς την άμυνά της. Η Ευρώπη ήταν για τον ΜΠ μία πρόκληση για τη διαμόρφωση μιας συνολικής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης της αριστεράς σε ένα κοινωνικό χώρο με υψηλά πολιτιστικά, κοινωνικά, αναπτυξιακά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Η απέχθεια προς την εύκολη καταγγελλιολογία, την ισοπεδωτική απόρριψη και την υποτίμηση πολιτικών της ΕΕ, στηριζόταν σε μια υψηλή διανοητική προσπάθεια για την κατανόηση, αξιοποίηση, ενσωμάτωση και τελικά υπέρβαση μιας πραγματικότητας που η αριστερά φιλοδόξησε να αντικαταστήσει.

Στην εκπομπή Ενώπιος Ενωπίω του Ν. Χατζηνικολάου, στις 22-4-1988, (σε ένα από τα ηχητικά που έχει περισώσει ο Γ. Ζεβελάκης), ο Μ. Παπαγιαννάκης συνομιλεί μαζί του ως εκπρόσωπος της ΕΑΡ. Με απόλυτη σαφήνεια και λιτό λόγο, δίνει όλη την ουσία του αριστερού ευρωπαϊσμού:

“Δεν υπάρχει σήμερα πιο αριστερή πρόταση στη διεθνή πολιτική, μακροχρόνια και ιστορικά, από την ενοποίηση της Ευρώπης. Τελεία! Το λέει όλη η σοβαρή ευρωπαϊκή αριστερά, αυτή που παλεύει με τα πραγματικά προβλήματα και όχι με τα φαντάσματα”.

Το επαναλάμβανε συνεχώς, το ξαναλέει μετά από 30 χρόνια, σχεδόν με τα ίδια λόγια: «Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης είναι η πιο αριστερή πρόταση που γνωρίζω όταν συζητάμε την πορεία του κόσμου» (Αυγή, 18/10/2008).

Οι αναφορές του στην Ευρώπη, έστω και αν έγιναν πριν από την κρίση, μοιάζουν να αναφέρονται στο σήμερα:

“Επέμεινα στα του Ευρώ, γιατί θεωρείται από πολλούς στην αριστερά ο πιο εύκολος στόχος κριτικής και καταγγελίας, με ανεξέλεγκτα γενικά υπονοούμενα και άνετες και ανέξοδες «προτάσεις» του τύπου «έξω από το Μάαστριχτ, την ΟΝΕ, το Ευρώ κλπ» ώστε να έχουμε λυτά τα χέρια μας για να ασκήσουμε πολιτική. Το πόσο λυτά θα ήσαν τα χέρια τους, ποιους πόρους θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν, σε ποιο και σε πόσο υποτιμημένο «εθνικό» νόμισμα, και άλλα δευτερεύοντα ζητήματα ας τα αφήσουμε για μελέτη και εργασία στο σπίτι…” (Αυγή, 18/10/2008).

Σε ένα παλιό του κείμενο, για το ίδιο θέμα, λέει: “Θα έλεγα ότι και στην Ελλάδα, έχουμε μία μάχη ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο τάσεις, σε εκείνους που αναγνωρίζουν την ανάγκη και την ιστορικότητα και την προοδευτικότητα της Ε.Ε. και στους άλλους οι οποίοι δεν την αναγνωρίζουν, την φοβούνται. Η αντίδρασή τους είναι αντίδραση ριγηλής αμυντικότητας, κρυουλιάρικου απομονωτισμού, πλήρους αδιέξοδου, εξαιρετικά επικίνδυνου για την ίδια την κοινωνία μας (παραμονές ευρωεκλογών του 1994, περιοδικό Εν Σητεία).

Ήταν ενεργητικά ευρωπαϊστής και όχι εύκολος απολογητής της ΕΕ. Σε ομιλία στο Ευρωκοινοβούλιο για το ευρωπαϊκό σύνταγμα, (του οποίου, θυμίζω, ήταν υπέρμαχος), δίνει αυτό το στίγμα: “Δεν μπορώ να καταλάβω ποιες είναι εκείνες οι θρησκείες που θέλουν να αναφέρονται για να έχουν αξία. Και γιατί πρέπει να αναφερθούμε στην πραγματικά σημαντική ιστορία του χριστιανισμού και όχι π.χ. στην ιστορία του ελεύθερου στοχασμού; Ακόμα-ακόμα και του αντικληρικαλισμού, που ενέπνευσαν τον διαφωτισμό, που ενέπνευσαν επαναστάσεις, και διανοητικές και πολιτικές, στην Ευρώπη. Και γιατί να μην αναφερθούμε στα πολύ μεγάλα ονόματα; Για μένα το πρόσωπο της Ευρώπης είναι ο Αριστοτέλης, είναι ο Έρασμος, είναι ο Μότσαρτ, είναι ο Μαρξ, είναι ο Φρόιντ. Θα τα επιβάλουμε αυτά στους πολίτες μας; Ας αφήσουμε στους πολίτες μας την πλουραλιστική επιλογή για τη ζωή τους και για την πορεία τους στο μέλλον. Ίσως αυτός ο πλουραλισμός να είναι και το πραγματικό πρόσωπο της Ευρώπης”.

Όπως και ότι “Η απόφαση για την καθιέρωση του Ευρώ και η έναρξη εφαρμογής της ΟΝΕ σημαίνουν την «επιστροφή της πολιτικής στην Ευρώπη» αλλά τίποτε δεν εγγυάται ότι αυτή θα είναι η καλή πολιτική” (4.2.1999).

Για τη δημοκρατία και την αριστερά

Η αξία της δημοκρατίας για την αριστερά, συχνά υποτιμημένη σε ομαλές περιόδους, ήταν για τον ΜΠ μια βάση πάνω στην οποία θα έπρεπε να πατά η ανανεωτική αριστερά. Και αυτό όχι μόνο όταν η δημοκρατία απειλούνταν από μια χούντα, αλλά και όταν κινδύνευε από εκφυλισμό, από μια απλοϊκή υποτίμηση των θεσμών της έναντι κάποιων μελλοντικών επαναστατικών –υποτίθεται- αμεσοδημοκρατικών θεσμών.

Στην ίδια εκπομπή που προαναφέρθηκε (1988, στο Ν. Χατζηνικολάου), θέτει την έννοια της δημοκρατίας ως θέμα λειτουργίας θεσμών:

“Ελευθερίες έχουμε, όμως η δημοκρατία δεν είναι η ελευθερία, το ξέρει αυτό ο κάθε πρωτοετής φοιτητής της νομικής, είναι οι θεσμοί και η λειτουργία τους. Οι θεσμοί να γίνουν πιο εύκαμπτοι και κυρίως των αλληλοελέγχων, δηλαδή όχι συγκεντροποίηση της εξουσίας, [...] να υπάρχουν περισσότερα κέντρα εξουσίας που να αλληλοελέγχονται”.

(εδώ να αναφέρω ότι ο ΜΠ, ήταν σφοδρός πολέμιος και των κρατικών μονοπωλίων)

- Ν. Χατζηνικολάου: “Είσαστε (σσ. η ΕΑΡ) οι πρώτοι που ασκήσατε κριτική στο Νταβός, παράλληλα όμως, όταν ο κ. Χαραλαμπόπουλος (σσ. Υπ. Εξωτερικών) κάλεσε τα κόμματα για ενημέρωση, ήσασταν το μόνο κόμμα που είχατε πάει να ενημερωθείτε. Γιατί;

- Μ. Παπαγιαννάκης: “Για τον ίδιο λόγο που εμείς μείναμε στην επιτροπή για τις υποκλοπές τις τηλεφωνικές και άλλοι φύγανε, για τον ίδιο λόγο που, εκτός πλέον και αν μας δέρνουνε, εμείς αρνούμαστε να εμποδίσουμε τη λειτουργία των θεσμών. Ίσα ίσα, με την πολιτική μας πρακτική θέλουμε να δείξουμε πώς πρέπει να δουλεύουν οι θεσμοί… Δεν λέμε: θέλουμε ενημέρωση, αλλά δεν ερχόμαστε να την ακούσουμε για να μην έχουμε την ευθύνη αυτών που ακούσαμε”.

Στην τελευταία παράγραφο της τελευταίας συνέντευξης που έδωσε στη ζωή του (εφ. Η Καθημερινή, Ειδική Έκδοση 30 χρόνια από τη συμφωνία ένταξης, 24.5.2009 -δημοσιεύτηκε, δηλαδή, 2 μέρες πριν από το θάνατό του), συνοψίζει την πολιτική παιδεία και τον ριζοσπαστικό ρεαλισμό του: «Όσο κι αν κάποιοι στην Αριστερά εξακολουθούν να μην αποδίδουν στους θεσμούς τη σημασία και τη δύναμη που πραγματικά έχουν, ωστόσο οι θεσμοί έχουν δύναμη, συνέχεια και, κυρίως, απαιτούν δράση και όχι λόγια. Και πάλι προβοκατόρικα θα έλεγα ας γίνουν αυτά ακόμη και με δεξιές κυβερνήσεις. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι θεσμοί μένουν και διευρύνονται».

Από ένα άλλο ηχητικό, Top fm, (1990) συζήτηση με Π. Καψή και Γ. Μαρίνο για το πρόγραμμα του (ενιαίου ακόμα τότε) ΣΥΝ:

- Π. Καψής “Πιστεύετε ότι σήμερα η αριστερά είναι δύναμη εξουσίας και αυτό είναι ένα πρόγραμμα εξουσίας”;

- Μ. Παπαγιαννάκης: “Πιστεύω ναι!

- Γ. Μαρίνος ” Δηλαδή θα πάρετε το 47%”;

- Μ. Παπαγιαννάκης: “Όχι ακριβώς, αλλά απάντησα με ένα ναι, γιατί εμένα δεν μου αρέσει να υπεκφεύγω σε καμία ερώτηση. Λοιπόν, τι σημαίνει για μια δύναμη ότι είναι δύναμη εξουσίας; Δεν σημαίνει αύριο το πρωί να πάρει 51%! (σσ. όχι 47, αλλά 51). Εννοούμε αν είναι μια δύναμη η οποία μέσα στη λογική της συγκρότησής της, τον τρόπο που σκέφτεται τα πράγματα, που τα αναλύει, τον τρόπο που κάνει κριτική, τον τρόπο που κάνει προτάσεις έχει μέσα της οργανικά ενταγμένη τη διάσταση εξουσίας. Δηλαδή, λέω ένα πράγμα και πρέπει να σκέφτομαι, αυτό μπορεί να γίνει αν εγώ έχω την εξουσία; Αν λέω, δεν με ενδιαφέρει, δεν θα την πάρω ποτέ και λέω ότι νάναι, δεν είμαι δύναμη εξουσίας. Όταν είσαι στην εξουσία, … και στην αντιπολίτευση, όταν την ασκείς σοβαρά και υπεύθυνα, δεν ασκείς αντιπολίτευση ή εξουσία με βάση γενικές προοπτικές. Αυτές αποτελούν το υπόστρωμα των επεξεργασιών σου, αλλά τα προβλήματα είναι πάντοτε συγκεκριμένα, η αλήθεια είναι πάντοτε συγκεκριμένη και οι λύσεις που απαιτούνται είναι πάντοτε συγκεκριμένες”.

Η πραγματική ζωή, έλεγε, δεν θέλει θεωρίες, θέλει απαντήσεις.

Και με μορφή μίνι μανιφέστου, όλη η αντίληψη για τη σύγχρονη ανανεωτική αριστερά: “Οφείλουμε όλοι μας να κρατήσουμε ανοιχτή την προοπτική για το καλό της αριστεράς και της κοινωνίας μας, να αντιταχθούμε με κάθε πολιτικό τρόπο στην αναπαλαίωση των προτάσεων και των πρακτικών της αριστεράς που κάποιοι επιχειρούν με κοντόθωρη προσέγγιση του χώρου μας και με στρεψόδικες αναλύσεις και τοποθετήσεις σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, την Ευρώπη, τη νεολαία, τα κινήματα, τη βία. Ιδιαίτερα η βία δεν είναι βέβαια συντελεστής παραγωγής πολιτικής, είναι κυρίως παράγων στρέβλωσης ακόμα και των ευγενέστερων προθέσεων και παρεμβάσεων. Γι αυτό και δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με το σχεδιασμό και την εφαρμογή της στρατηγικής της ανανεωτικής αριστεράς” (Από μήνυμά του στην εκδήλωση της Ανανεωτικής Πτέρυγας του ΣΥΝ, 28/01/2009).

Το πρόταγμα της Οικολογίας

Η αξία της οικολογίας για την αριστερά δεν ήταν κατά τον ΜΠ η απλή και αυτονόητη προέκταση της ταξικής πάλης σε νέα πεδία κερδοσκοπίας του κεφαλαίου, αλλά μια νέα οπτική για την κατανόηση νέων αντιθέσεων σε ένα όλο και πιο σύνθετο παγκόσμιο τοπίο. Η παραδοσιακή αριστερά, νεοκομμουνιστική και ανανεωτική, δεν είναι εξ ορισμού οικολογική, αλλά ενδεχομένως θα μπορούσε να γίνει μέσα από μια δύσκολη και βασανιστική πορεία «μετάλλαξης» και όχι απλής προέκτασης των προσεγγίσεών της. Ο ΜΠ «επέλεξε» να γίνει -πολιτικά- ένα πράσινος αριστερός μέσα από τη «μαγεία του επιχειρήματος» και όχι την ευκολία της ανέξοδης διακήρυξης.

Στη σκέψη και τη δράση του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, το πρόταγμα της Οικολογίας προέκυψε στην ώριμη πολιτική περίοδο του ΜΠ -και το ρεύμα αυτό είναι σχετικά πρόσφατο, άλλωστε.

Πιστεύω πως ο ΜΠ έφτασε στην οικολογία μέσα από έναν οικονομικό και πολιτικό ορθολογισμό. Αντιλήφθηκε ότι η “φτηνή ανάπτυξη” είναι τελικά ακριβή. Τεκμηρίωσε ότι η “ακριβή ανάπτυξη”, συμφέρει. Πίστευε στην “ακριβή” πολιτική με μακροχρόνια οφέλη. Υποστήριζε την εσωτερίκευση του εξωτερικού περιβαλλοντικού κόστους στην τιμή της ενέργειας και των προϊόντων ευρύτερα.

Είχε αποστροφή προς ένα μοντέλο «ανάπτυξης της φτήνιας», χωρίς υποδομές, με επιβάρυνση στο περιβάλλον και την ποιότητα της ζωής μας, μια ανάπτυξη που δεν δημιουργεί αλλά «καταναλώνει» κοινωνικά αγαθά. Προέτρεπε για έναν προσανατολισμό στην «ακριβή ανάπτυξη», αυτήν όμως, που σέβεται το περιβάλλον, αναβαθμίζει το δημόσιο χώρο, δημιουργεί προϋποθέσεις βιωσιμότητας και συνθήκες αειφορίας.

Η πολιτική οικολογία, κατά τον ΜΠ, αναδείκνυε μια νέα «γενιά αντιθέσεων», αυτών που κατά κύριο λόγο προέκυψαν με την εμφάνιση της βιομηχανικής κοινωνίας και πιο πολύ στη φάση της ωρίμανσής της. Έτσι, έρχεται να αναδείξει τη μεγάλη πολλαπλότητα και πολυπλοκότητα των σύγχρονων αντιθέσεων και όχι να τις ανάγει όλες σε μια «κυρίαρχη» αντίθεση. Ή καλύτερα, να τονίσει τη σημασία και τον καθοριστικό ρόλο που ενίοτε παίζουν και οι «δευτερεύουσες» αντιθέσεις.

Τα οικολογικά και περιβαλλοντικά προβλήματα κυρίως φέρνουν στο φως νέες αντιθέσεις, σύνθετες, παράλληλες ή συμπληρωματικές στις «γνωστές», οι οποίες ξεφεύγουν από τα στενά καλούπια της ταξικής οπτικής. Οι αντιθέσεις αυτές αναδεικνύουν και μια νέα γενιά “δικαιωμάτων”.

Στο πρόγραμμα του ενιαίου ακόμα ΣΥΝ (1990), στο κεφάλαιο “Δικαιώματα του πολίτη”, ο Μ. Παπαγιαννάκης αναφέρει, στην ίδια εκπομπή, ως σημαντικό “το δικαίωμα στο περιβάλλον”.

Γ. Μαρίνος “Καλά, αυτό το λέει και το σύνταγμα”!

Μ. Παπαγιαννάκης: “Ναι, αλλά εμείς το κάνουμε πολιτικό αίτημα”

Η ενσωμάτωση της οικολογικής οπτικής στα γενική του πολιτική συγκρότηση δεν αφορούσε θέματα “χαμηλής πολιτικής”, αλλά αναβάθμιζε το “όλον”, το “ομοούσιον της ανάπτυξης” τοποθετώντας το στην κεντρική ευρωπαϊκή και διεθνή ατζέντα.

Πίστευε ότι θα πρέπει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στον πόλο ανάπτυξη-εμπόριο και τον πόλο προστασία του περιβάλλοντος. Πρότεινε να ενσωματωθούν, με όλους τους δυνατούς πρακτικούς τρόπους, το κόστος της προστασίας του περιβάλλοντος στην παραγωγή μας και την κατανάλωσή μας, κάτι που σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα, σημαίνει φορολογίες, σημαίνει απαγορεύσεις, πολιτικές ρυθμίσεις κλπ. Για την πολιτική και τη διεθνή διάσταση της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιμης ανάπτυξης, έβλεπε έναν παγκόσμιο οργανισμό περιβάλλοντος, και έναν ισχυρότερο συντονισμό πολιτικού χαρακτήρα των οργανισμών, παλαιών και νεότερων, εκείνων του συστήματος του Bretton Woods, αλλά και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου κλπ., με πολιτικό στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη. “Για να προχωρήσουμε σε μία λογική που λέει βάζουμε στόχους, φέρνουμε μέσα, κάνουμε παρακολούθηση και έλεγχο και τελικά κυρώσεις; Που αυτό είναι η ουσία της governance. Governance δεν σημαίνει τίποτε άλλο. Διότι αν σημαίνει απλώς ηθικολογικά μαθήματα στις χώρες του τρίτου κόσμου, χρήσιμα μεν, είναι όμως λίγα και από τη μεριά μας ιδιαίτερα υποκριτικά” (2 Ιουλίου 2002 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Στρασβούργο).

Η περιβαλλοντική προστασία είναι ένα πεδίο όπου η λογική του απόλυτου ρυθμιστικού ρόλου της αγοράς, δοκιμάζεται ιδιαίτερα. Ο “αντικρατιστής” ΜΠ, κρίνει την “τέλεια αγορά”:

«Τέλεια» αγορά δεν υπάρχει, είναι δε αμφίβολο αν ποτέ υπήρξε. Η έννοια της αγοράς δεν μπορεί να συμπεριλάβει σημαντικούς τομείς της κοινωνικής συμβίωσης και δράσης και να υποσχεθεί ή ακόμη λιγότερο να επιτύχει επιθυμητά ή ανεκτά αποτελέσματα : ως προς τη σχέση της κοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον, η αγορά δεν μπορεί παρά να θεωρεί τη φύση ως αντικείμενο αξιοποίησης χωρίς όρια. Η χωροταξία, η αστική ανάπτυξη, οι κοινόχρηστοι πόροι και χώροι, οι χώροι και πόροι χωρίς κύριο όπως οι θάλασσες, οι ωκεανοί, το διάστημα δεν μπορούν να ενταχθούν στο σχήμα προσφορά-ζήτηση. Όπως επίσης και τα περισσότερα κοινωνικά φαινόμενα αποκλεισμού και περιθωριοποίησης, διαφορετικότητας ή αιρετικότητας, απέναντι στα οποία η διαμόρφωση αντιλήψεων ανεκτικότητας ή αντιθέτως διωγμού, παρέμβασης ή αντιθέτως παραίτησης, δεν εξαρτάται από τους μηχανισμούς της αγοράς. Αλλά και εκεί που φαίνεται να μπορούν να μεταφερθούν οι μηχανισμοί αυτοί, και εκεί ο νεοφιλελευθερισμός δεν πείθει παρά μόνο πεπεισμένους , για άλλους λόγους ! Τέτοια είναι η ανεργία, οι σχέσεις με τον Τρίτο Κόσμο…” (Κόσμος του Επενδυτή, 04/12/2004).

Σύμφωνα με τον ιστορικό Βασίλη Παναγιωτόπουλο, «η οικολογία ήταν, για τον Παπαγιαννάκη, ένα νέο γνωστικό πεδίο θεματολογικής και μεθοδολογικής διεύρυνσης της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και όχι μια νέα μορφή ζωοφιλίας (σσ. ο ΜΠ ήταν και ζωόφιλος!) ή μια άμυνα στο όχι και τόσο φανταστικό ενδεχόμενο καταστροφής του πλανήτη» (Αυγή, 31.5.2009).

Έτσι, συνδέθηκε με την οικολογία που έβλεπε το “όλον”: “Το οικοσύστημα και η ροή της ύλης και της ενέργειας έχουν προβλέψιμες, περιγράψιμες πορείες. Πρέπει η ανθρώπινη δραστηριότητα να προσαρμοστεί σε αυτές. Δεν προστατεύουμε τη φύση μόνο βάζοντας ένα φράκτη γύρω της. Για να προστατεύσουμε τη βιωσιμότητα της Ευρώπης χρειάζεται μια πράσινη στροφή της βιομηχανίας και όλης της οικονομίας. Δεν μπορούμε να λέμε ότι δεν είμαστε ούτε με το ένα ούτε με το άλλο”.

Η συνάντηση του “κόκκινου-αριστερού” ΜΠ με τον “πράσινο-οικολόγο “ΜΠ, αναβάθμισε τη συνάντηση αυτή σε ενιαίο πολιτικό ρεύμα, έδωσε περιεχόμενο σε μια “πράσινη αριστερά”. Στο τέλος της ευρωβουλευτικής του θητείας, μετά από 15 χρόνια «κοκκινοπράσινος» ευρωβουλευτής, ρωτήθηκε για το ποιο είναι το μέλλον μιας πράσινης αριστεράς στην Ευρώπη:

“Με μια λέξη τεράστιο, παρά το γεγονός ότι πολλά από τα περιβαλλοντικά θέματα έχουν πια «αυτονομηθεί» και διαποτίζουν και τις αναλύσεις και τις προτάσεις σχεδόν όλων των πολιτικών δυνάμεων, κάτι που κακώς προσπαθούν πολλοί από τη αριστερά να το υποβαθμίσουν, να το αρνηθούν ή να το …καταγγείλουν, αντί να επιδιώξουν σε αυτή τη βάση να εξασφαλίσουν συμμαχίες για την εμπέδωσή του και να προχωρήσουν πιο πέρα τη διεκδίκηση και νέες προτάσεις… Μια «πράσινη» αριστερά δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από κάτι τέτοιο, γιατί έτσι μπορεί να επικαλείται και την αποτελεσματικότητα της δράσης της (πράγμα που εύλογα ζητούν οι πολίτες..), ενώ δεν κινδυνεύει να χάσει το διακριτό ρόλο της, όσο τουλάχιστον είναι …οικολογικά ανιδιοτελής (δεν είναι πάντα προφανές) και πολιτικά διαθέσιμη ως προς τη ζήτηση των πολιτών…”.

Και με αφορμή το μείζον θέμα της κλιματικής αλλαγής, παρουσιάζοντας της θέσεις του ΣΥΝ (Κυριακάτικη Αυγή, 25/02/2007), θέμα που συμπύκνωνε όλες τις παθογένειες του “παλαιού” παραγωγικού μοντέλου, γενίκευε την οπτική για το φαινόμενο του θερμοκηπίου σε μια καθολική οπτική για την οικονομία και την ανάπτυξη: “Κάθε συγκεκριμένη πολιτική πρέπει, στο εξής, να περιλαμβάνει ρητά την πτυχή της οικολογικής προστασίας και να κρίνεται βάσει αυτής. Νέα οικονομικά, φορολογικά και άλλα, κίνητρα για την ανάπτυξη όποιας δραστηριότητας θα πρέπει να διαμορφωθούν, παίρνοντας υπόψη και τον στόχο της απεξάρτησης από τον άνθρακα και το πετρέλαιο, της ανάγκης εξοικονόμησης ενέργειας, της προώθησης της χρήσης ΑΠΕ, και εν γένει προϊόντων και υπηρεσιών που είναι φιλικές στο περιβάλλον και ελαχιστοποιούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, κλπ.”.

Πίσω από ότι έλεγε, σχεδόν πάντα, υπήρχε η οικολογία.

“Ποια μπορεί να είναι η οικολογική οπτική της παγκοσμιοποίησης;

Η οπτική δεν μπορεί παρά να είναι η πολιτική παρέμβαση, η πολιτική διεύθυνση, με θεσμούς, κανόνες και μέτρα αποτροπής ή καταστολής των πρακτικών που προσβάλλουν το περιβάλλον”. (2004)

Πολιτική-οικολογική δραστηριότητα

Μια συνολική καταγραφή των απόψεων και παρεμβάσεων του ΜΠ απαιτεί εργασία άλλου επιπέδου. Έργο ευρύ, βαθύ, διεπιστημονικό, διαπολιτικό. Η πράσινη αντιδήμαρχος Βιέννης Μαρία Βασιλάκου, αναφέρθηκε (σε μια εκδήλωση στη μνήμη του πριν από 5 χρόνια) στον “μοναδικό, για χρόνια, Έλληνα ευρωβουλευτή που μιλούσε για οικολογία στο Ευρωκοινοβούλιο και ο οποίος ήταν πασίγνωστος και έξω από τα σύνορα της Ελλάδας, υπογραμμίζοντας ότι ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης πρότεινε λύσεις που σήκωναν τις τρίχες ακόμα και εντός των οικολογικών κομμάτων”.

Συμμετείχε και υποστήριζε με τα κείμενα και την κοινοβουλευτική του δραστηριότητα όλα τα μείζονα αλλά και τα μικρότερα περιβαλλοντικά θέματα στην Ελλάδα και την Ευρώπη:

- Ως ευρωβουλευτής συμμετείχε στην αντιπροσωπεία της ΕΕ στη διάσκεψη του ΟΗΕ για την αειρόρο ανάπτυξη, στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002, τη μεγαλύτερη σύνοδο κορυφής που έγινε ποτέ.

- Ήταν εισηγητής εκ μέρους της επιτροπής περιβάλλοντος της ΕΕ στο θέμα της πολύ σημαντικής οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη (αυτήν που ο ίδιος θεωρούσε ως την οδηγία της πενταετίας). Είναι η οδηγία που προβλέπει ότι “ο ρυπαίνων πρέπει να πληρώσει το κόστος αποκατάστασης της ζημιάς που προκάλεσε και όχι απλώς “ο ρυπαίνων να πληρώνει ένα πρόστιμο”. Ο ορισμός της περιβαλλοντικής ζημίας, πρότεινε, να διευρυνθεί και να περιλαμβάνει και τη ραδιενέργεια, τη ζημιά στην ποιότητα του αέρα, καθώς και τις ζημιές στη βιοποικιλότητα που προέρχονται από τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.

- Την περίοδο της προπαρασκευαστικής συζήτησης για την τροποποίηση της Ευρωπαϊκής Συνθήκης του Μάαστριχτ που κατέληξε στην υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ (1997), επεξεργάστηκε έναν κατάλογο με αιτήματα, θέτοντας ως βασικό ζητούμενο το “πρασίνισμα” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεταξύ αυτών, πρότεινε:

  • Την υιοθέτηση ειδικής ρήτρας στην υπό συζήτηση Συνθήκη που θα προέβλεπε ότι ρυθμίσεις που αφορούν την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα πρέπει να οδηγούν στην υποβάθμιση προτύπων περιβαλλοντικής πολιτικής κάποιων κρατών-μελών που βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο προστασίας και απαιτήσεων από το αντίστοιχο της κοινοτικής ρύθμισης. Η ίδια ρήτρα θα εξασφάλιζε επίσης το αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή την προσαρμογή των κοινοτικών περιβαλλοντικών πολιτικών στις υψηλότερες υπαρκτές προδιαγραφές που ενδεχομένως ισχύουν σε κάποια χώρα - μέλος.
  • Την εισαγωγή της προστασίας του περιβάλλοντος ως συστατικού στοιχείου όλων των κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών (π.χ. ΚΑΠ, κοινοτική πολιτική για τη βιομηχανία, για την ενέργεια κ.α.).
  • Την ενίσχυση της παρακολούθησης, ελέγχου και εφαρμογής της κοινής περιβαλλοντικής πολιτικής από τα κράτη μέλη, με περαιτέρω ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών και την εισαγωγή ειδικών σχετικών μηχανισμών.
  • Την ίδρυση Ειδικού Ταμείου Περιβάλλοντος, όπου θα συγκεντρώνονται έσοδα από επιμέρους πηγές και θα κατευθύνονται προς σε χρηματοδοτήσεις περιβαλλοντικού χαρακτήρα.
  • Την πρόβλεψη τέλος για εισαγωγή πράσινων φόρων που θα ισχύουν σε κοινοτική κλίμακα, με στόχο την εξοικονόμηση φυσικών πόρων και ενέργειας

(Οικοτοπία, τ. 1 (νέα περίοδος), Ιανουάριος 1997)

- Θεωρούσε πως “η πολιτική για την αναστροφή των εξελίξεων της κλιματικής αλλαγής απαιτεί μεγαλύτερη εμβάθυνση και πολλές σημαντικές αλλαγές στις συνήθειές μας, αλλά και στα εργαλεία άσκησης της πολιτικής”. Μάλιστα, ερωτώμενος για το ποιο θεωρούσε ως το κορυφαίο νομοθέτημα ή πολιτική απόφαση για το περιβάλλον από την Ε.Ε “τα χρόνια αυτά”, απάντησε: “Κορυφαία πολιτική απόφαση θεωρώ τη συμβολή της ΕΕ στη διαμόρφωση και την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κυότο. Ήταν η πρώτη φορά που η ΕΕ πήγε με κοινές θέσεις, στρατηγική και τακτική, καταλήγοντας τελικά να επιβάλει μια διεθνή συμφωνία στην οποία αντιδρούσαν πολλοί και ισχυροί”.

- Ήταν αντίθετος με την πυρηνική ενέργεια, την εκτροπή του Αχελώου και είχε αντιταχθεί και στην Ολυμπιάδα.

- Ήταν αντίθετος και με τους ΓΤΟ (μεταλλαγμένα) αλλά το θέμα αυτό το τοποθετούσε και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εξασφάλισης του δικαιώματος των πολιτών καταναλωτών να γνωρίζουν και να επιλέγουν ανάμεσα στα προϊόντα που τους προσφέρονται. “Η στοιχειώδης εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης και η έγνοια για την ελευθερία ενημέρωσης και επιλογής του πολίτη συνηγορούν υπέρ του να στηρίξουμε τις βασικές προτάσεις της Επιτροπής και να ενισχύσουμε τις κατευθύνσεις τους. Περιλαμβάνω σε αυτήν τη στήριξη και την ανάγκη ανίχνευσης των γενετικά τροποποιημένων –και στις ζωοτροφές φυσικά– και θα ήθελα να προσθέσω, κύριε Πρόεδρε, ότι για την τυχαία επιμόλυνση το όριο του 1% μου φαίνεται πολύ. Μαθαίνω και ακούω ότι το 0,1% είναι δυνατό και δεν καταλαβαίνω τότε γιατί δεν το θεσμοθετούμε”.

- Προωθούσε πολιτικά την εξοικονόμηση ενέργειας, την οποία θεωρούσε ως “το μεγαλύτερο κοίτασμα ενέργειας” και υποστήριζε την “αποφασιστική και χωρίς συμβιβασμούς στροφή προς την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), για τις οποίες έλεγε πως “χρειάζονται αυξημένα κίνητρα και διευκολύνσεις, ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές, [...], σταθερή αντίσταση απέναντι σε αντιδράσεις προς το καινούριο, εκτός αν αυτές βασίζονται σε επιχειρήματα και διεκδικήσεις που συμβαδίζουν με τις αρχές της αειφορίας”. “Δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να έχει χαμηλότερες επιδόσεις από τη Γερμανία, στις ΑΠΕ, στη βιολογική γεωργία”, έλεγε!

- Σε μια ομιλία του το 2006 στο ΙΣΤΑΜΕ, από μια οπτική αστικής κοινωνιολογίας, θεωρεί ότι “το πιο αντιρατσιστικό, το πιο φιλομεταναστευτικό, το πιο ανεκτικό σε οτιδήποτε ξένο και τρελό”, συνδέεται με το χαρακτήρα και τους μηχανισμούς λειτουργίας μιας πόλης και όχι “με κανένα γονίδιο φιλανθρωπίας”.

Αρθρογραφούσε συστηματικά σε πολλά οικολογικά έντυπα και για χρόνια είχε μια μηνιαία στήλη στο ιστορικό οικολογικό περιοδικό Νέα Οικολογία για ευρωπαϊκά περιβαλλοντικά θέματα.

Όλα αυτά δεν αποτελούν σκόρπιες παρεμβάσεις, ανταποκρινόμενος απλώς σε εκκλήσεις οικολογικών οργανώσεων, ούτε βέβαια διεκπεραίωση “αιτημάτων”.

“Με τα γραφτά, τα λόγια και τις πρωτοβουλίες του πήρε το εφήμερο «πολιτικό» από τα κομματικά και τα δημοσιογραφικά γραφεία και το ανύψωσε σε διαχρονική περιπέτεια της συλλογικής αυτογνωσίας μας”, έγραψε ο Λεωνίδας Λουλούδης. Η Αριστερά του Συγκεκριμένου, δηλαδή “αυτή που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι η πολιτική δεν είναι αφηρημένη θεωρία ή θετική επιστήμη αλλά πρόταξη οράματος, υπηρετούμενου «μεροδούλι-μεροφάι» και ανατροφοδοτημένου από το μεγαλύτερο δυνατό εύρος θεωρητικής παιδείας, ώστε να συλλαμβάνεται, κατά το δυνατόν, το αενάως διαφεύγον «πραγματικό». Μόνο δι’ αυτής της εξαντλητικής μεθόδου εργασίας, αυτή η ψυχολογική διαθεσιμότητα, η οποία τροφοδοτεί την αδιάπτωτη βούληση παρέμβασης στο «πραγματικό» δεν παγιδεύεται είτε στον θεωρητικό υποκειμενισμό είτε στον τυφλό αντικειμενισμό”, συνέχιζε ο Λ.Λ.

«Αν ζούσε σήμερα ο Μιχάλης…»

Υπήρξε ο “Αριστερός χωρίς Αριστερά”, όπως έλεγε ο Λ.Λ. (αυτό το απέδιδε και στους Άγγελο Ελεφάντη και Σπήλιο Παπασπηλιόπουλο).

Επί το ποιητικότερον: “Εβραίος χωρίς Συναγωγή και Ιακωβίνος χωρίς Λέσχη”.

Παρακολουθώντας τη διαδρομή του ΜΠ, παράλληλα με αυτήν του Μανόλη Αναγνωστάκη, διαπιστώνουμε ότι μια ιδέα τους απασχολούσε, στην οποία επέμεναν και εναντιωνόταν: Ο δογματισμός ως γενικότερο πολιτικό, πολιτισμικό και κοινωνικό φαινόμενο. Μια μεθοδολογία και πρακτική που εξακτινώνεται και διαποτίζει όλους τους τομείς της σκέψης και της κοινωνικής πράξης. Και η οποία συντηρείται αδιάκοπα μέσα στην πραγματικότητα της μόνιμης βαριάς ανωμαλίας που σφραγίζει τη νεοελληνική πολιτική ζωή. Τα ποιήματα και τα πεζά του ενός και η μαχητική του αρθρογραφία του άλλου, η πολιτική ένταξη και δράση και των δύο, διαπνέονταν από την ιδέα ανανέωσης πρώτα της Αριστεράς αλλά και του κοινωνικού συνόλου, προωθούσαν το πνεύμα του διαλόγου, εμβάθυναν μέσω της αναλυτικής μεθόδου στις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.

Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του μεγάλο μέρος της πολιτικής και προγραμματικής του προσπάθειας το διοχέτευε μέσω του ομίλου Αριστερά Σήμερα (ΑΡΣΗ), του οποίου ήταν εμπνευστής και πρόεδρος.

Πολύ συχνά ακούμε τα τελευταία χρόνια: «…αν ζούσε ο Μιχάλης…»

Ναι, αν ζούσε…

Πράγματι, “μας λείπει αυτός ο απελευθερωτικός «πραγματισμός» του”. Αυτός “ο δάσκαλος της λογικής με απαντήσεις γεμάτες ερεθιστικά ερωτηματικά”.

Όσο όμως ζούσε και “με δεδομένη την κατάσταση της σημερινής ελληνικής Αριστεράς, αυτή η μέθοδος Παπαγιαννάκη, όπως και η τάση του να μη μασάει τα λόγια του, του απέφεραν μεγαλύτερη αντιπαλότητα εντός παρά εκτός των τειχών ακόμη και της θεωρούμενης ως ανανεωτικής Αριστεράς” (Λ.Λ). “Αρκετές φορές βρέθηκε και σε μια ιδιότυπη «καραντίνα» από το ίδιο το κόμμα του”.

Ο κοινωνία, το πολιτικό σύστημα αλλά κυρίως ο πολιτικός του χώρος δεν του έδωσε το χώρο, το χρόνο, τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει αυτά που πίστευε, που έγραφε, που έλεγε, αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν ένα εφαρμοσμένο σχέδιο. Στο Δήμο της Αθήνας, έστω!

Να δούμε έτσι τι θα σήμαινε, όπως είχε γράψει ο Γιάννης Σακιώτης:

Ένας φυσικός ηγέτης της Αριστεράς και της –νοητής, καλύτερης, που δεν υπάρχει- Ελλάδας.

Σάκης Κουρουζίδης

(μια συνοπτική εκδοχή του κειμένου αυτού παρουσιάστηκε στην εκδήλωση που οργάνωσε το σωματείο “Οι Φίλοι των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας -ΑΣΚΙ, 25 Μαΐου 2015, με αφορμή την ολοκλήρωση της καταγραφής και την παρουσίαση του αρχείου του ΜΠ)

Comments are closed.