Ομιλία κατά τη συζήτηση του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.

Βουλή 23/06/2008

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κύριε Υπουργέ, εμείς λάβαμε μέρος σε αυτή τη διαδικασία ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α., καταθέσαμε προτάσεις, παρατηρήσεις. Σας τις παρουσίασε η συνάδελφός μου κα Φιλίνη, δεν θα επανέλθω επ’ αυτών, είναι πλήρεις. Απλώς θέλω να συμπληρώσω και να τονίσω ορισμένα απ’ αυτά τα σημεία.
Είμαι μεταξύ εκείνων που στείλαμε στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. – δηλαδή εν μέρει Περιβάλλοντος – μία επιστολή με την οποία του ζητάμε να αποσύρει το νομοσχέδιο, αυτό το κείμενο και να το ξαναφέρει σε διαβούλευση και να το συζητήσουμε και να το ψηφίσουμε μετά. Και εξηγούμε τους λόγους γι’ αυτό. Ξέρετε – και ακούστηκε και εδώ μέσα, στη Βουλή, στις Επιτροπές μας κ.λπ. – ότι σημαντικότατοι οργανισμοί, οργανώσεις, φορείς του περιβαλλοντικού χώρου θεωρούν ότι δεν έχουν ενημερωθεί αρκετά, ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη τα επιχειρήματά τους, ότι δεν έχουν ακουστεί, ότι δεν μπόρεσαν να συζητήσουν και ζητάνε να συνεχιστεί αυτή η ιστορία.
Δεν κατάλαβα γιατί δεν το κάνατε. Γιατί βιαζόσαστε; Σε τόσο λίγο καιρό, δηλαδή για δυο-τρεις μήνες, τι κερδίζουμε; Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια καυτή προθεσμία. Πιθανόν θα υπάρχει, δεν ξέρω. Εγώ δεν την γνωρίζω. Και ενώ πάμε για μια διαδικασία η οποία θα δεσμεύει τη χώρα – και πρέπει να τη δεσμεύει τη χώρα – για δέκα-δεκαπέντε χρόνια και βεβαίως και μετά, γιατί αυτά τα δέκα-δεκαπέντε χρόνια θα παραγάγουν νέα αποτελέσματα, βιαζόμαστε και τρέχουμε να τελειώσουμε.
Εν πάση περιπτώσει, τι θέλω να τονίσω και να συμπληρώσω: οι φυσικοί πόροι – ειπώθηκε ότι είναι η γη και οι άνθρωποι, το νερό κ.λπ. – είναι βεβαίως εδώ και βεβαίως δεν μπορούν να πάνε πουθενά αλλού και είναι για να ζούμε με αυτούς, να τους αξιοποιούμε με την καλύτερη έννοια του όρου – και παρακαλώ βγάλτε τα εισαγωγικά που βάζουν ορισμένοι – να ζούμε μαζί, να ζούμε μια αειφόρο ανάπτυξη, σε φιλική σχέση μαζί τους.
Αλλά για να υπάρχουν και να τους αξιοποιούμε, επαναλαμβάνω, πρέπει πρώτα-πρώτα να υπάρχουν, πρέπει να προστατεύονται, να διατηρούνται, να μην καταστρέφονται, να συντηρούνται, όπως λέμε για τις μηχανές σε ένα εργοστάσιο, να αναβαθμίζονται. Υπάρχει μια τεχνολογία προστασίας του περιβάλλοντος, που κάνει καλύτερες λύσεις, πιο αποδεκτές για την ίδια τη φύση και τον άνθρωπο.
Αυτά εμείς δεν τα βλέπουμε σήμερα σε αυτό το σχέδιο. Είναι ένα σχέδιο που πάει να προβλέψει έργα ή να νομιμοποιήσει μερικά – θα έρθω επ’ αυτού – αλλά αφήνει στην μπάντα, αν θέλετε, την ίδια αυτή τη λογική της συνεχούς παρέμβασης για αλλαγή, την ευελιξία, όπως λέει κάπου αλλού – αλλά με την κακή έννοια και σε κακό σημείο – ώστε να μπορεί να κρατάει το τιμόνι αυτού του ευαίσθητου σκάφους που είναι το σύνολο της οικολογίας της χώρας στο σύγχρονο κόσμο. Ένα είναι αυτό. Δεν το κάνουμε.
Δεν προβλέπουμε ως εκ τούτου χρήσεις γης. Δεν τις προβλέπουμε και λεπτομερώς και με την επιμονή που απαιτείται και με το βάρος που απαιτείται. Και ξέρετε τι γίνεται; Μην προβλέποντας και μη δουλεύοντας με την έννοια των χρήσεων γης, πέραν όλων των άλλων κωμικοτραγικών τα οποία ζούμε – αυθαίρετα, κυνήγι των αυθαιρέτων και δε συμμαζεύεται – τα οποία πνίγουν όλα τα υπόλοιπα, οδηγούμαστε και το ότι το κακό νόμισμα διώχνει το καλό.
Είναι παλιά αρχή της οικονομικής επιστήμης, που ισχύει και εδώ. Δηλαδή, όλοι θα τρέξουν να αξιοποιήσουν την κακή γη, τον κακό φυσικό πόρο, τον μακριά τοποθετημένο, τον λιγότερο ακριβό κ.λπ. Διότι αυτός αποδίδει τελικά, αν καταφέρεις και τον νομιμοποιήσεις, ενώ ο καλός, που είναι γνωστός ότι είναι καλός και είναι ακριβός, μπορεί να βρεθεί πίσω. Και έχουμε και τέτοια τραγελαφικά.
Τρίτον, έχουμε το σημείο ότι περιφρονείτε, έστω παραμερίζετε, βάζετε στην μπάντα σχεδόν όλη την κοινοτική, δηλαδή ελληνική, νομοθεσία, που αφορά το νόμο-πλαίσιο για τα νερά, αφορά τους οικοτόπους, που αφορά την προστασία των πουλιών, που αφορά τη θαλάσσια στρατηγική, που αφορά την παράκτια ζώνη. Σε κάθε ένα από αυτά τα μεγάλα σχέδια – δυστυχώς αποσπασματικά και αυτά – υπάρχουν θησαυροί προτάσεων, ανοιγμάτων προς το μέλλον ιδεών, τις οποίες δεν λαμβάνουμε υπόψη.
Αναφέρετε αντιθέτως έργα με το όνομά τους. Το είπα. Το τάδε έργο, το δείνα έργο. Τι δουλειά έχει να αναφέρεται ένα έργο με το όνομά του; Δηλαδή, το έχουμε ήδη εγκρίνει; Είναι ήδη αυτονόητο; Είναι ειλημμένη απόφαση; Επιβάλλεται από τη θεία θέληση;
Σε κάθε σχεδιασμό, κύριε Υπουργέ και κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, υπάρχει –επιτρέψτε μου τον όρο στα εγγλέζικα- η έννοια «zero option», η μηδενική επιλογή. Δηλαδή, ένα έργο, που μπορεί να φαινόταν καλό, μπορεί να φαινόταν έτσι ή να φαινόταν αλλιώς, δεν το κάνουμε, διότι δεν συμβαδίζει με όλα τα υπόλοιπα. Και άντε τώρα, εμένα να με πείσετε πόσο συμβαδίζει η εκτροπή του Αχελώου ποταμού με την Οδηγία για τις χρήσεις και τη βελτίωση των υδάτων, για την κατανομή των νερών, για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και δεν συμμαζεύεται. Απορώ και με αυτό. Πάει, λοιπόν, και η μηδενική επιλογή.
Ως προς δε τις πολύ μεγάλες επιλογές, που εκείνες είναι ιστορικές και έχουν ορίσει και το μέλλον του τόπου μας από παλιά, εξακολουθεί να μην υπάρχει τίποτα, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μην υπάρχει κάτι το καινούργιο, σαν να αφήνονται στην πάντα. Η επιλογή για ιδιωτική μετακίνηση, αυτοκίνηση ή μέσα σταθεράς τροχιάς και τρένο –για να το πάρω έτσι γενικά- από άποψη οικονομική, οικολογική, από άποψη απεγκλωβισμού περιοχών, διασύνδεσής τους, από τον πολιτιστικό χαρακτήρα που, όπως ξέρετε, έχει σε πάρα πολλές περιοχές, αυτή αφήνεται στην μπάντα. Τίποτα δεν λέγεται.
Εγώ θα συνιστούσα στο Υπουργείο να επιστρέψουμε στις μεγάλες επιλογές των οραμάτων του Χαριλάου Τρικούπη, αφού δεν μπορούμε να βρούμε τίποτα άλλο πιο καινούργιο. Τουλάχιστον εκείνος προέβλεπε και την επέκταση του σχεδίου στη Βόρεια και στη Δυτική Ελλάδα και έφθανε το δικό μας δίκτυο, μέσω Βενετίας, να συνδέεται με όλο το ευρωπαϊκό δίκτυο. Ήταν ένα μεγάλο όραμα. Εδώ δεν βλέπω τίποτα.
Αντίστοιχα, θα έλεγα για τα νησιά. Έχουμε το ευτύχημα -το δυστύχημα λένε πολλοί, επειδή έχουμε εκατοντάδες νησιά και δεν ξέρουμε από πού να τα πιάσουμε, για να αναπτύξουμε, να τα βοηθήσουμε- να έχουμε αυτόν τον τεράστιο πλούτο, το μεγάλο αριθμό των νησιών. Ποια είναι η ιδέα μας για τα νησιά; Ποια είναι η σχέση των νησιών με την υπόλοιπη Ελλάδα, που θα πρέπει να είναι φυσικά στενότατη, πολιτικά, πολιτιστικά και εθνικά, άρα οικονομικά και αναπτυξιακά; Θα εξαρτώνται από τη γειτονιά τους; Θα έχουν δυνατότητα, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, να έχουν μία εσωτερική συνοχή και όσμωση και επομένως, να παράγεται εκεί μία νέου τύπου ανάπτυξη, με ένα είδος μεταφοράς εκεί, με νέους τρόπους και φαντασία, των όσων γίνονται στην ξηρά; Λέει η Γαλλία: Να εφαρμόζεται η αρχή της εδαφικής συνέχειας, σαν τα νησιά δηλαδή να μην είναι ξεκολλημένα από τη γη. Είναι ξεκολλημένα από τη γη, αλλά εφαρμόζω εγώ πολιτικές που αγνοώ αυτό το ξεκόλλημα. Επιδοτώ τις μεταφορές, κάνω τούτο ή το άλλο κ.λπ. Δεν τα βλέπουμε ούτε αυτά.
Έρχομαι, τελικά, και στη δόμηση. Η δόμηση θα σας τα τινάξει όλα στον αέρα, είτε πρόκειται για ιδιωτική και αυθαίρετη, είτε πρόκειται για ιδιωτική και νόμιμη, είτε είναι ιδιωτική, τεράστια και μπαίνει στα μεγάλα έργα, είτε είναι δημόσια και ιδιωτική που μπαίνει στα έργα. Θα σας τα τινάξει όλα στον αέρα. Και μη μου φέρετε παραδείγματα ότι δεν κάνουμε εμείς σαν τους Ισπανούς, γιατί οι Ισπανοί τώρα τινάζουν στον αέρα ένα παρελθόν. Και το δικό μας, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είναι και πάρα πολύ λαμπρό σε πάρα πολλές περιοχές. Άμεση απαγόρευση σε εκτός σχεδίου δόμηση δεν βλέπουμε. Και αν δεν το βάλουμε αυτό ως στόχο, έστω και με προθεσμίες κ.λπ., δεν θα πάμε, φοβάμαι, πάρα πολύ μακριά.
Αυτά ήθελα να πω, κυρίες και κύριοι. Γι’ αυτό και εμείς, με την ιδέα ότι θέλουμε να υπάρξει εθνικό χωροταξικό, γιατί είναι καλό να υπάρχει ένας μπούσουλας, έστω και τα πρώτα βήματα, γιατί είναι καλό να μπορούμε να αναφερόμαστε τουλάχιστον σε αρχές σχεδιασμού, με τα όσα βλέπουμε έχουμε εξαιρετικά μεγάλη δυσκολία να μπορέσουμε να το ψηφίσουμε έτσι ως έχει.
Ευχαριστώ πολύ.

Leave a Reply