Ομιλία στην επερώτηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.σχετικά με τον αειφορικό ενεργειακό σχεδιασμό

29-02-2008

Ομιλία στην επερώτηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., σχετικά με τον αειφορικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητάμε για έναν ουσιαστικό και συνεκτικό ενεργειακό σχεδιασμό. Πάντα σ’ αυτήν τη χώρα είναι επίκαιρο θέμα. Αυτός περιλαμβάνει προφανώς –δεν θα μπω σ’ αυτά τα ζητήματα γιατί είναι προφανή- στόχους ασφαλούς και οικονομικού εφοδιασμού της χώρας, προστασίας του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα καταπολέμησης του φαινομένου του θερμοκηπίου και της κλιματικής αλλαγής, όπου εξάλλου συμπυκνώνονται όλοι οι υπόλοιποι στόχοι μακροχρόνια. Φυσικά στο σχεδιασμό αλλά και σε κάθε σχεδιασμό έχει ιδιαίτερη σημασία όχι ο στόχος, αλλά τα μέσα και τα μέτρα, που υπηρετούν τους στόχους.

Στην Ελλάδα διαπιστώνουμε, όμως, καθημερινά αντιφάσεις ανάμεσα σε διακηρυγμένους στόχους ή εξαγγελίες και σε συγκεκριμένες αποφάσεις πράξεις ή παραλείψεις της Κυβέρνησης ή δημόσιων οργανισμών. Αυτή την επικίνδυνη αντίφαση θέλουμε να αναδείξουμε με την επερώτησή μας συμβάλλοντας επίσης στο ξεπέρασμά της με συγκεκριμένες προτάσεις.

Ο σχεδιασμός που είχε ανακοινώσει το Υπουργείο Ανάπτυξης τον Ιούνιο του 2007 δεν έχει πια καμμία σχέση με τις σημερινές δεσμεύσεις και εξαγγελίες της Κυβέρνησης στο βαθμό βέβαια, που σκέπτεται η Κυβέρνηση σοβαρά να τηρήσει τα όσα έχει συμφωνήσει στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διαπραγμάτευσης του νέου Κιότο. Θυμίζω ότι προέβλεπε αυτός ο σχεδιασμός για όλα τα σενάρια για το 2020 αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 32% αντί μείωσης όπως είναι η δέσμευσή μας κατά 20%. Προέβλεπε βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά 10% αντί 20% που λένε σήμερα. Προέβλεπε διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των Α.Π.Ε. στο ενεργειακό μείγμα κατά 12% αντί 20% που είναι ο νέος στόχος. Προέβλεπε επίσης σε όλα του τα σενάρια περαιτέρω αύξηση της εξάρτησης της χώρας από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Καιρός, λοιπόν, είναι να επικαιροποιηθούν οι προβλέψεις και οι στόχοι και αυτό εξαγγέλλει κατά καιρούς η Κυβέρνηση. Αλλά παράλληλα, κάθε τόσο εξαγγέλλει και αποφάσεις που είναι σε αντίφαση με τα όσα εξαγγέλλει με ακρότατο παράδειγμα τις αδειοδοτήσεις για μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού από λιθάνθρακα, το κατ’ εξοχήν ορυκτό καύσιμο που δικαίως έχουν ξεσηκώσει τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, τους ειδικούς και χιλιάδες πολίτες. Ποιες είναι σήμερα οι προκλήσεις; Αναμφισβήτητα η μεγάλη πρόκληση είναι η περιβαλλοντική αλλαγή, το φαινόμενο του θερμοκηπίου από την έκλυση των αερίων του θερμοκηπίου και κυρίως του διοξιδίου του άνθρακος που προέρχεται από την καύση ορυκτών καυσίμων. Αυτή είναι αλληλουχία. Οι περιπαιχτικές διατυπώσεις και τα αστειάκια που ασκούσαμε ότι το διοξίδιο δεν είναι ρύπος και μάλιστα το εξαφανίζουμε πίνοντας αεριούχα ποτά, κόκα κόλα και δεν ξέρω τι άλλο, δείχνουν ότι υπεύθυνα χείλη δεν έχουν συνειδητοποιήσει πόσο σοβαρό είναι το ζήτημα και πόσο επείγον. Διότι προφανώς το διοξίδιο δεν είναι ρύπος όπως είναι το μονοξίδιο, αλλά είναι ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος, αναγνωρισμένος απ’ όλους για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και για την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Οι συνέπειες αυτής της υπερθέρμανσης είναι αποδεδειγμένες, είναι τεκμηριωμένες, είναι ποσοτικοποιημένες από εκθέσεις διεθνών οργανισμών, του Ο.Η.Ε. παραδείγματος χάριν, επιστημονικών ομάδων όπως η έκθεση Στέρν, μη κυβερνητικών οργανώσεων κ.λπ..

Πρέπει, λοιπόν, να τα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας και να δούμε πού πάμε, τι πρέπει να κάνουμε. Όλοι συμφωνούν ότι χρειάζεται μείωση με χρονοδιαγράμματα και ποσοτικούς στόχους των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου σύντομα, το 10, το 20, το 50. Απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας, έρευνα και τεχνολογική καινοτομία για όλα αυτά και όσα μπορούν να επέλθουν, οικονομία του υδρογόνου παραδείγματος χάριν.

Αυτούς τους γενικούς στόχους τους έχει νομίζω γενικώς υιοθετήσει και η Κυβέρνηση και όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, γενικώς. Ωστόσο είμαστε πολύ μακριά από το να μπούμε στο δρόμο της υλοποίησης.

Από πού ξεκινάει η Ελλάδα; Η Ελλάδα ξεκινάει από μία συσσωρευμένη υπερβολικά και αδικαιολόγητα ενεργειοβόρα οικονομία, από μία παραγωγή ενέργειας που βασίζεται κυρίως στο λιγνίτη και στο πετρέλαιο -δεν υποτιμώ τις άλλες μορφές, αλλά θέλω να πω ποιες είναι οι κύριες- από δείκτες εκπομπές αερίων και άλλων τοξικών ρύπων πολύ υψηλούς. Το ξέρουμε όλοι.

Η ενεργειακή ένταση της ελληνικής οικονομίας είναι η δεύτερη χειρότερη στην Ευρώπη των δεκαπέντε. Ο δείκτης ενεργειακής αποδοτικότητας φτάνει το 66,1%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 71,3%. Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας -εξωφρενική στην Ελλάδα- αυξάνεται περίπου 4%, όταν στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση κυμαίνεται μεταξύ 1%-2%.

Σε εμάς μάλιστα η αύξηση αυτή προέρχεται κυρίως από τον τριτογενή τομέα και όχι από τη βαριά βιομηχανία, όπου εκεί αυξήθηκε η ζήτηση μεταξύ του 1990 και του 2005 τρεις φορές. Προέρχεται από τη ζήτηση για τη λειτουργία των οικιών, ψύξη, θέρμανση κ.λπ. και από τις μεταφορές, πράγμα που σημαίνει ότι μια πολιτική καταπολέμησης της υπερβολικής ζήτησης που θα χρειαζόταν, αφορά πολλές και απρόσμενες χρήσεις, που δεν τις σκεφτόμασταν παραδοσιακά, που διαχέονται σ’ όλη την κοινωνία και επομένως θα πρέπει τα μέτρα που θα πάρουμε να είναι πιο πολύπλοκα.

Τι έχει κάνει η Κυβέρνηση μέχρι τώρα; Τι κάνει σήμερα; Τι λένε τα σχέδια και οι αποφάσεις που δημοσιεύονται σχεδόν κάθε μέρα; Δεν έχει προχωρήσει αξιόπιστα και αποτελεσματικά σε πολιτικές σύμφωνες με τις δεσμεύσεις και τις εξαγγελίες της.

Η αύξηση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, που τις ανεγνώριζε το Πρωτόκολλο του Κιότο, έχει ήδη ξεπεραστεί. Προβλεπόταν ένα 25% και πιθανότατα –αν συνεχίσουμε έτσι- θα περάσουμε το 35% στην προβλεπόμενη προθεσμία. Αν μάλιστα λένε μερικοί, όπως το Εθνικό Αστεροσκοπείο, δεν πάρουμε κανένα μέτρο και αδρανήσουμε, τότε θα ξεπεράσουμε κατά 56,4%, πράγμα το οποίο έχει και σοβαρότατες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Ανάλογες προβλέψεις εξάλλου έκανε –περίπου τις ίδιες- πρόσφατα και ο καθ’ όλα αρμόδιος Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ. Δήμας σε πρόσφατο συνέδριο που έγινε στην Αθήνα.

Δεν έχει προχωρήσει η Κυβέρνηση στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Κάτι έχει γίνει, αλλά τέτοιοι που είναι οι στόχοι απαιτούν πραγματική επανάσταση. Δεν έχουμε προχωρήσει, λοιπόν, μ’ αυτό τον τρόπο. Είναι πολύ δύσκολο έως και αδύνατο να πιάσει τους στόχους για το 2010, μεθαύριο δηλαδή. Ο στόχος είναι 20,1% της ηλεκτρικής ενέργειας να είναι από Α.Π.Ε.. Σήμερα είμαστε κάτω από 8,5%. Είναι δύσκολο να πιάσει το στόχο του 2020 που είναι 29% της ηλεκτρικής ενέργειας από Α.Π.Ε..

Δεν έχει προχωρήσει αποφασιστικά σε πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας. Δεν έχει καν ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο τη σχετική νομοθεσία, δημόσια κτήρια, ενεργειακή απόδοση των κτηρίων κ.λπ.. Μαθαίνω μάλιστα –σήμερα νομίζω ανακοινώθηκε- ότι παραπεμπόμαστε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη μη ενσωμάτωση αυτής της νομοθεσίας.

Δεν έχει αλλάξει περίπου τίποτα στη διάρθρωση και τη στρατηγική των δημοσίων επενδύσεων στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης που μας τέλειωσε ή στο Ε.Σ.Π.Α. που μας έρχεται και μένει προσανατολισμένη σ’ ένα παραδοσιακό τρόπο ανάπτυξης που υποτιμά ή αγνοεί το σιδηροδρομικό δίκτυο, που ενισχύει την εντατική χρήση των φυσικών πόρων σε δραστηριότητες, όπως οι νέες τουριστικές επενδύσεις που προβλέπονται και στο ειδικό χωροταξικό για τον τουρισμό.

Ανακοινώνει συνεχώς αδειοδοτήσεις παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη αντί προγραμμάτων σταδιακής υποκατάστασής τους. Επιπροσθέτως προγραμματίζει νέες εγκαταστάσεις με εισαγόμενο λιθάνθρακα, δηλαδή περαιτέρω εξάρτηση από άνθρακα.

Αφήνει να πλανάται σε δημόσια κείμενα και σε δημόσιες συζητήσεις –και έγινε αυτό, κύριοι συνάδελφοι, και σε συζήτηση στη Βουλή ανεπίσημα- το ενδεχόμενο –ή ανάγκη- να προσφύγουμε σε ατομική ενέργεια, που ήδη προβάλλεται και διεθνώς από ένα ισχυρότατο λόμπι ως εναλλακτική ή έως και ανανεώσιμη ενέργεια και βεβαίως ακόμη και φθηνότερη ενέργεια, πράγμα το οποίο, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, είναι εξαιρετικά συζητήσιμο.

Ας επικεντρωθώ στο λιθάνθρακα και τη βόρεια Ελλάδα. Όσοι μιλούν για λιθανθρακικές μονάδες ισχυρίζονται ότι είναι πιο οικονομικές. Ωστόσο, απ’ ό,τι φαίνεται, τη λογική αυτή δεν συμμερίζονται οι εταιρείες «R.W.E.» και «EVONIK» στη Γερμανία, οι οποίες αρχίζουν και σταματούν τις επενδύσεις τους σε ανάλογες μονάδες λόγω κόστους.

Γιατί όμως η «R.W.E.» σταματά την κατασκευή μονάδων του λιθάνθρακα στη Γερμανία και επιθυμεί να τις φέρει στην Ελλάδα; Μήπως η Ελλάδα τελικά αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως αναπτυσσόμενη χώρα που δέχεται τους ρύπους των άλλων, των αναπτυγμένων χωρών;

Πριν δυο εβδομάδες, τρεις τραπεζικοί κολοσσοί, η «CITIBANK», η «JP MORGAN CHASE» και η «MORGAN STANLEY» ανακοίνωσαν ότι θα δώσουν μεγάλη έμφαση σε επενδύσεις για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ότι θα είναι ιδιαιτέρως αρνητικές στη χρηματοδότηση μονάδων λιθάνθρακα, βάσει των σημερινών τεχνολογιών. Γιατί ξέρουμε πολύ καλά το κόστος και την επιβάρυνση που θα έχουν, ιδίως αν αρχίσει και το αλισβερίσι και της αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων.

Τι πρέπει να αλλάξει από σήμερα; Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να έχουμε πραγματική δέσμευση με προτεραιότητες και αποκλεισμούς ξεπερασμένων λύσεων. Τη συνειδητοποίηση αυτή δεν την καλλιεργεί η Κυβέρνηση –κάποιοι παράγοντές της κάνουν και αστειάκια- ούτε οι υπεύθυνοι οργανισμοί. Δεν δείχνουν πεπεισμένοι για το επείγον και για το αναπόφευκτο των αλλαγών, για τις μαζικές αλλαγές που χρειάζονται.

Χρειαζόμαστε ένα συνολικό, συνεκτικό και μακροχρόνιο σχέδιο απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, στο πλαίσιο ενός γενικότερου σχεδίου οικολογικής ανασυγκρότησης της χώρας, όπου πρέπει να περιλαμβάνονται άμεσα μέτρα από τώρα, αλλά και προοδευτικές αλλαγές μακράς πνοής.

Να ακυρωθούν αμέσως οι αδειοδοτήσεις για επιπλέον παραγωγή με χρήση λιθάνθρακα και να σχεδιαστεί η προοδευτική μείωση, σε έναν ορίζοντα χρόνου, της χρήσης του λιγνίτη –το κάνουν και άλλες χώρες, όπως θα πω παρακάτω- να σχεδιαστεί ο περιορισμός της χρήσης πετρελαίου και μακροχρόνια ακόμα και του φυσικού αερίου που κι αυτό ορυκτό καύσιμο είναι.

Μας λένε μερικοί ότι είναι καλύτερο από το πετρέλαιο. Ναι, από πολλές πλευρές. Σημειώνω δε ότι ενώ πολλοί μας λένε ότι είναι προτιμητέο το αέριο από το πετρέλαιο –και για οικονομικούς λόγους και για άλλους- είναι ενδιαφέρον ότι στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς η χρήση του αερίου προβλέπεται, ουσιαστικά, μόνο στη μισή Ελλάδα, απ’ ό,τι ξέρουμε μέχρι τώρα.

Εν πάση περιπτώσει, ένας τέτοιος σχεδιασμός σαν αυτόν που ανέφερα προηγουμένως, επιβάλλει και γενικότερο σχεδιασμό ανασυγκρότησης των οικονομιών και της απασχόλησης της περιφέρειας, όπου έχουν υπερσυγκεντρωθεί οι σχετικές παραδοσιακές βιομηχανίες. Δεν θα πληρώσει δηλαδή –είναι απαράδεκτο να το φανταστεί κανείς- μια τέτοια ανασυγκρότηση η Κοζάνη, η Πτολεμαΐδα ή η Μεγαλόπολη! Έτσι; Μην πάμε σε τέτοιου τύπου καταστροφές.

Είναι εντυπωσιακό ότι σημαντικά προγράμματα απεξάρτησης τέτοιου τύπου από τα ορυκτά καύσιμα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχουν κάνει ήδη η Γερμανία με ορίζοντα το 2018, η Μεγάλη Βρετανία με ορίζοντα το 2016, η Σουηδία με ορίζοντα το 2020. Να θυμίσω, δε το παράδειγμα της μικρής και μακρινής Ισλανδίας, η οποία αποκλείει οποιαδήποτε χρήση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε οποιονδήποτε χρόνο ορυκτών καυσίμων έως το 2030, πλήρως! Πλήρως!

Χρειαζόμαστε μια μαζική ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών με χρονοδιάγραμμα, μέτρα, κίνητρα, επιλογές, με σοβαρή μελέτη και με σεβασμό στο περιβάλλον βεβαίως και όχι με αυθαιρεσίες διαφόρων μεγάλων εταιρειών, οι οποίες νομίζουν ότι βρήκαν εδώ πέρα το νέο Ελντοράντο.

Να αρθούν οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας. Να προσανατολιστεί η Δ.Ε.Η. –όσο μπορούμε πλέον να την προσανατολίσουμε- σε ενεργή ανάπτυξη στην παραγωγή, κάτι που δεν έκανε στο παρελθόν. Εμπόδιζε την ανάπτυξη των Α.Π.Ε., χάνοντας μια ιστορική ευκαιρία να οδηγήσει ηγεμονικά τις εξελίξεις, όπως έγινε σε άλλες χώρες.

Να ενισχυθεί η χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και σε αποκεντρωμένες συνθήκες, σε σπίτια, σε ιδιωτικές μονάδες, σε τουριστικά καταλύματα, με κίνητρα, με διοικητικά μέτρα. Κάθε νέο οικοδόμημα να είναι, παραδείγματος χάριν, υποχρεωμένο να περιλαμβάνει τέτοιες εγκαταστάσεις.

Να μεθοδευτεί το ταχύτερο η έρευνα και η ανάπτυξη στον τομέα της γεωθερμίας. «Η Ελλάδα διαθέτει, αν όχι το μεγαλύτερο, το δεύτερο δυναμικό γεωθερμίας σε όλη την Ευρώπη» –μας έλεγε στην Επιτροπή Περιβάλλοντος ο κ. Ζερεφός- «η Μήλος, η Νίσυρος κ.λπ., όλη αυτή η περιοχή». Να μελετηθεί –γιατί έγιναν κάτι απόπειρες στο παρελθόν και απέτυχαν- και να προωθηθεί το ταχύτερο.

Να ενισχυθεί μαζικά η συμπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας με θέρμανση και ψύξη –υπάρχει η τεχνολογία, είναι γνωστή- να αναπτυχθεί αμέσως η εφαρμοσμένη έρευνα ως προς την κυματική ενέργεια, την οποία βλέπουμε ήδη να δουλεύει στη Γαλλία και την Πορτογαλία. Δεν έχει κύματα το Αιγαίο;

Να μελετηθούν σοβαρά οι ορθές συνθήκες επιλογής και καλλιέργειας των φυτών που μπορούν να γίνουν βιοκαύσιμα, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεν είναι οποιαδήποτε τεχνική και τεχνολογία που θα βοηθήσει. Χρειάζεται μελέτη και σοβαρότητα. Να ενισχυθούν οι αποκεντρωμένες και μικρές υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις.

Να αποκλεισθεί ρητά η οποιαδήποτε προσφυγή στην ατομική ενέργεια! Ούτε εναλλακτική είναι ούτε οικολογική –προφανώς- ούτε καν οικονομική! Και θέλω να επιμείνω σ’ αυτό, γιατί ο κόσμος είναι ευαίσθητος σ’ αυτά τα πράγματα.

Το ρίσκο των ατυχημάτων με τις σχετικές συνέπειες σε ζωές, δημόσια υγεία και οικονομική δραστηριότητα είναι απολύτως απαγορευτικό. Ας δώσουν τα δεδομένα του τι συνέβη μετά το Τσερνομπίλ. Εγώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχα αναφορές, χρόνια τώρα, για πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες νεκρούς μετά το Τσερνομπίλ και ερήμωση όλης της περιοχής.

Επίσης, είναι μακροχρόνια αδιέξοδη η ασφαλής και οικονομική διάθεση των πυρηνικών αποβλήτων. Δεν μπορεί να τα θάβει κανείς όπου να’ναι. Μη νομίζετε κάτι τέτοιο. Είναι τεράστια διαδικασία και στοιχίζει και πάρα πολλά. Το κόστος για να κλείσει μια ατομική εγκατάσταση είναι το 40% έως 50% του αρχικού κόστους της επένδυσης και απαιτεί, απ’ ό,τι μας έλεγαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δέκα με έντεκα χρόνια. Το υφίσταται τώρα η Ισπανία. Στα δέκα-έντεκα αυτά χρόνια δεν παράγει τίποτα. Πληρώνει για να κλείσει.

Χρειαζόμαστε μια δραστική στροφή και μια συνολική πολιτική μείωσης του υπερβολικού ρυθμού αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και γενικότερα, μια πολιτική εξοικονόμησης ενέργειας. Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι το σημαντικότερο και το καθαρότερο κοίτασμα ενέργειας. Ειπώθηκε με χιούμορ, αλλά έχει μεγάλη βάση.

Χρειαζόμαστε αλλαγές στους τρόπους κατανάλωσης: Φωτισμό, θέρμανση-ψύξη, οικοδόμηση, βιοκλιματική αρχιτεκτονική, μεταφορές, συγκοινωνίες, καλλιέργειες. Οφείλουμε να ξαναδούμε τις επιλογές και τις προτεραιότητες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Ε.Σ.Π.Α.. Χρειαζόμαστε έναν αναπροσανατολισμό της έρευνας και της τεχνολογίας, εφαρμοσμένα στη χώρα μας με πολλά κονδύλια, για τις συγκεκριμένες εφαρμογές των νέων μορφών χώρας μας στις περιφέρειες, στους τομείς που χρειάζεται.

Ως προς τα κίνητρα που μπορεί αμέσως να εφαρμόσουμε, θα ήθελα να αναφέρω κάποια ενδεικτικά -θα ήθελα να μου δώσετε μισό λεπτό, ίσως, κυρία Πρόεδρε- γιατί είναι πάρα πολλά. Κυκλοφορούν, μαθαίνουμε και από αλλού. Δεν εφευρίσκει κανείς τη πυρίτιδα κάθε μέρα. Μείωση του Φ.Π.Α. για προϊόντα και διαδικασίες που ευνοούν την εξοικονόμηση ενέργειας και την ανάπτυξη των Α.Π.Ε.. Μπορούμε να το κάνουμε. Υπάρχει η οδηγία 77/388 στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ελληνική Κυβέρνηση περιέργως δεν το ζήτησε ποτέ. Άλλες κυβερνήσεις το ζήτησαν. Δεν ξέρω γιατί αυτή η διαφορά.

Κίνητρα για την εφαρμογή για οικιακή χρήση των Α.Π.Ε., ιδίως των φωτοβολταϊκών. Θεσμοθετημένη υποχρέωση για όλες τις νέες υποδομές για χρήση των Α.Π.Ε.. Ταχύτατη ενσωμάτωση της κοινοτικής νομοθεσίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Μέτρα για την ενίσχυση της ανανέωσης του στόλου των αυτοκινήτων υπέρ των χρησιμοποιούμενων, τεχνολογίας εξοικονόμησης και χρήσης Α.Π.Ε.. Περιορισμός, έτσι και αλλιώς, στη χρήση της αυτοκίνησης και ιδίως, στα κέντρα των πόλεων.

Να μελετηθεί η χρονοχρέωση στη τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο να αποφευχθεί η σπατάλη τις ώρες αιχμής. Να απαγορευτούν σταδιακά οι ενεργοβόροι λαμπτήρες. Να γίνουν ειδικά προγράμματα ενίσχυσης των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των μικρών επιχειρήσεων, για να εισαγάγουν ανανεώσιμες πηγές ενέργειες στη δραστηριότητά τους. Ενισχύονται τέτοια προγράμματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και απ’ ό,τι μαθαίνω ένα που έγινε πειραματικά στην Κέρκυρα, είχε θεαματικά αποτελέσματα.

Άλλοι συνάδελφοί μου από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα αναπτύξουν λεπτομερέστερα σημαντικές πλευρές της ακολουθούμενης σήμερα πολιτικής και θα πουν και προτάσεις εναλλακτικής παρέμβασης.

Παραμένει για όλους μας το ζήτημα του ρεαλισμού και της οικονομικότητας μιας τέτοιας αντίληψης, που σας παρουσιάζουμε συλλογικά. Θέλω να πω να μην κάνετε λογαριασμούς με τα σημερινά δεδομένα. Όχι μόνο η τιμή του πετρελαίου ανεβαίνει -και με μικρές ελπίδες επιστροφής σε παλαιά επίπεδα- αλλά και οι τιμές όλων των άλλων καυσίμων παίρνουν την ανηφόρα. Η χρήση τους θα επιβαρύνει το κόστος τους δε, πολύ περισσότερο, λόγω των επερχόμενων αυστηρότερων ρυθμίσεων στην αγορά ρύπων, λόγω κυρώσεων, λόγω προστίμων. Δεν αναφέρομαι, βέβαια και στο έμμεσο κόστος που επιβάλλουν στη λοιπή οικονομία και στη δημόσια υγεία.

Άλλοι παράγοντες κόστους δεν λαμβάνονται, επίσης, υπ’ όψιν, όπως το αυξανόμενο κόστος των ερευνών των γεωτρήσεων, εκείνο των μεταφορών, εκείνο των απωλειών ενέργειας από υπερσυγκεντρωμένες εγκαταστάσεις στους τόπους κατανάλωσης.

Όλα αυτά τα στοιχεία δεν συντρέχουν στο σημερινό κόστος εγκατάστασης και λειτουργίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, το οποίο, εξάλλου, με την πληθοπαραγωγή του, όπως γνωρίζουμε από την ιστορία της βιομηχανίας, θα τείνει συνεχώς να μειώνεται.

Επομένως, ας τα λάβουμε αυτά υπ’ όψιν και παρακαλούμε για τις προτάσεις για το γενικό πνεύμα να γίνουν σοβαρότερα αντικείμενο συζήτησης και στην Κυβέρνηση και στο δημόσιο πολιτικό βίο.

Ευχαριστώ πολύ.

Leave a Reply